Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σουσουδίστικος

/su.suˈði.sti.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. μειωτικόπου έχει τα χαρακτηριστικά της σουσούς ή αναφέρεται σ' αυτήν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σουσουδίστικος (νεολογισμός) < σουσουδίζω, σουσουδισ- + -τικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσουσουδίστικοςσουσουδίστικησουσουδίστικο
Γενικήσουσουδίστικουσουσουδίστικηςσουσουδίστικου
Αιτιατικήσουσουδίστικοσουσουδίστικησουσουδίστικο
Κλητικήσουσουδίστικεσουσουδίστικησουσουδίστικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσουσουδίστικοισουσουδίστικεςσουσουδίστικα
Γενικήσουσουδίστικωνσουσουδίστικωνσουσουδίστικων
Αιτιατικήσουσουδίστικουςσουσουδίστικεςσουσουδίστικα
Κλητικήσουσουδίστικοισουσουδίστικεςσουσουδίστικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →