Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σουσουδισμός

/su.su.ðiˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. μειωτικόη συμπεριφορά της σουσούς Βικιλεξικό
    • «Σήμερα πληρώνουμε το "σουσουδισμό" μας. Το γεγονός ότι όλοι ξεφύγαμε κάπου, σ' έναν κόσμο που δεν ήταν δικός μας, σε μια λάμψη. […] »
    • Εμένα όμως πιο πολύ με ενοχλεί ένας συντεχνιακός παλαιοημερολογι­τισμός που απέπνεε, από διάφορες δημόσιες παρεμβάσεις έως τις «φιλαναγνωσίες», ό,τι ικανότερο να απωθήσει το παιδί απ’ το βιβλίο, ή αλλιώς να το μυήσει στον γλωσσικό και άλλο σουσουδισμό. (*blogspot)

Ετυμολογία

σουσουδισμός (νεολογισμός) < σουσουδ(ίζω) + -ισμός ή σουσουδισ- + -μός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσουσουδισμόςσουσουδισμοί
Γενικήσουσουδισμούσουσουδισμών
Αιτιατικήσουσουδισμόσουσουδισμούς
Κλητικήσουσουδισμέσουσουδισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →