σουσουμιάζω
•
- μοιάζω σε κάποιον, περιγράφω τα χαρακτηριστικά του Βικιλεξικό
- εξαίρω τα γνωρίσματα κάποιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σουσουμιάζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σουσουμιάζω ή σουσσουμιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σουσουμιάζω | σουσουμιάζεις | σουσουμιάζει | σουσουμιάζουμε | σουσουμιάζετε | σουσουμιάζουν / σουσουμιάζουνε |
| Παρατατικός | σουσούμιαζα | σουσούμιαζες | σουσούμιαζε | σουσουμιάζαμε | σουσουμιάζατε | σουσουμιάζαν / σουσουμιάζανε / σουσούμιαζαν |
| Αόριστος | σουσούμιασα | σουσούμιασες | σουσούμιασε | σουσουμιάσαμε | σουσουμιάσατε | σουσουμιάσαν / σουσουμιάσανε / σουσούμιασαν |
| Μέλλοντας | θα σουσουμιάζω / θα σουσουμιάσω | θα σουσουμιάζεις / θα σουσουμιάσεις | θα σουσουμιάζει / θα σουσουμιάσει | θα σουσουμιάζουμε / θα σουσουμιάσουμε | θα σουσουμιάζετε / θα σουσουμιάσετε | θα σουσουμιάζουν / θα σουσουμιάζουνε / θα σουσουμιάσουν / θα σουσουμιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σουσουμιάσει | έχεις σουσουμιάσει | έχει σουσουμιάσει | έχουμε σουσουμιάσει | έχετε σουσουμιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σουσουμιάσει | είχες σουσουμιάσει | είχε σουσουμιάσει | είχαμε σουσουμιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σουσουμιάσει / να σουσουμιάζω / να σουσουμιάσω | να έχεις σουσουμιάσει / να σουσουμιάζεις / να σουσουμιάσεις | να έχει σουσουμιάσει / να σουσουμιάζει / να σουσουμιάσει | να έχουμε σουσουμιάσει / να σουσουμιάζουμε / να σουσουμιάσουμε | να έχετε σουσουμιάσει / να σουσουμιάζετε / να σουσουμιάσετε | να σουσουμιάζουν / να σουσουμιάζουνε / να σουσουμιάσουν / να σουσουμιάσουνε |
| Προστακτική | — | σουσούμιαζε / σουσούμιασε | — | — | σουσουμιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σουσουμιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →