σουσουράδα
•
- πτηνόη λαϊκή ονομασία του πουλιού σεισοπυγίς (Motacilla alba), που όλο κουνά την ουρά του Βικιλεξικό
- μεταφορικάη νεαρή κοπέλα που κάνει όλο καμώματα και νάζια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σουσουράδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σουσουράδα < *σεισουρ (με υποχωρητική αφομοίωση + -άδα < αρχαία ελληνική σείω, σεισ- + ουρά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σουσουράδα | σουσουράδες |
| Γενική | σουσουράδας | σουσουράδων |
| Αιτιατική | σουσουράδα | σουσουράδες |
| Κλητική | σουσουράδα | σουσουράδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →