Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σουσουράδα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. πτηνόη λαϊκή ονομασία του πουλιού σεισοπυγίς (Motacilla alba), που όλο κουνά την ουρά του Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάη νεαρή κοπέλα που κάνει όλο καμώματα και νάζια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σουσουράδα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σουσουράδα < *σεισουρ (με υποχωρητική αφομοίωση + -άδα < αρχαία ελληνική σείω, σεισ- + ουρά

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσουσουράδασουσουράδες
Γενικήσουσουράδαςσουσουράδων
Αιτιατικήσουσουράδασουσουράδες
Κλητικήσουσουράδασουσουράδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →