σουφικός
•
- ισλαμισμόςπου έχει σχέση με τους Σούφι ή αναφέρεται σ’ αυτούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σουφικός < Σούφ(ι) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σουφικός | σουφική | σουφικό |
| Γενική | σουφικού | σουφικής | σουφικού |
| Αιτιατική | σουφικό | σουφική | σουφικό |
| Κλητική | σουφικέ | σουφική | σουφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σουφικοί | σουφικές | σουφικά |
| Γενική | σουφικών | σουφικών | σουφικών |
| Αιτιατική | σουφικούς | σουφικές | σουφικά |
| Κλητική | σουφικοί | σουφικές | σουφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →