Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σουχλικό

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. κρητικάκατηγορία, συκοφαντία Βικιλεξικό
    • το παράπονο του ερωτευμένου τραγουδιστή για μια τέτοια περίπτωση ραδιουργίας (σουχλικό) εκφράζει η παλιά μαντινάδα (Ο κοινωνικός ρόλος της παραδοσιακής μουσικής στην Κρήτη, rethemnos.gr)
    • Έτσι οι κακοί αθρώποι (οι απανωβαρτάδες, οι σουρευτάδες και οι σουρεύτρες, δηλαδή οι ραδιούργοι, άντρες και γυναίκες) μπορεί να κάνανε μουκαρέμια, σουχλικά κι απανωβάρματα, δηλαδή να προδίδανε ή να κακολογούσανε τον ερωτευμένο και να χαλούσανε τη δουλειά.(Ο κοινωνικός ρόλος της παραδοσιακής μουσικής στην Κρήτη, rethemnos.gr)

Ετυμολογία

σουχλικό < σουχλί + ικό

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →