Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σοφεράκι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. υποκοριστικό του σοφέρ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σοφεράκι < σοφέρ + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσοφεράκισοφεράκια
Γενική——
Αιτιατικήσοφεράκισοφεράκια
Κλητικήσοφεράκισοφεράκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →