σοφιστής
•
- ιστορίαακόλουθος της σοφιστικής προσωκρατικής φιλοσοφίας Βικιλεξικό
- αττικός ρήτορας, δικηγόρος (συνήγορος), δάσκαλος ρητορικής που δίδασκε επ' αμοιβή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σοφιστής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σοφιστής.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σοφιστής | σοφιστές |
| Γενική | σοφιστή | σοφιστών |
| Αιτιατική | σοφιστή | σοφιστές |
| Κλητική | σοφιστή | σοφιστές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →