Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σοϊλίτικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοπου έχει σχέση με σοϊλή ή σοϊλού ή αναφέρεται σʼ αυτούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σοϊλίτικος < σοϊλής + -ίτικος < τουρκική soylu < soy < οθωμανική τουρκική صوی (soy) < παλαιά τουρκική soy

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσοϊλίτικοςσοϊλίτικησοϊλίτικο
Γενικήσοϊλίτικουσοϊλίτικηςσοϊλίτικου
Αιτιατικήσοϊλίτικοσοϊλίτικησοϊλίτικο
Κλητικήσοϊλίτικεσοϊλίτικησοϊλίτικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσοϊλίτικοισοϊλίτικεςσοϊλίτικα
Γενικήσοϊλίτικωνσοϊλίτικωνσοϊλίτικων
Αιτιατικήσοϊλίτικουςσοϊλίτικεςσοϊλίτικα
Κλητικήσοϊλίτικοισοϊλίτικεςσοϊλίτικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →