σοϊλίτικος
•
- παρωχημένοπου έχει σχέση με σοϊλή ή σοϊλού ή αναφέρεται σʼ αυτούς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σοϊλίτικος < σοϊλής + -ίτικος < τουρκική soylu < soy < οθωμανική τουρκική صوی (soy) < παλαιά τουρκική soy
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σοϊλίτικος | σοϊλίτικη | σοϊλίτικο |
| Γενική | σοϊλίτικου | σοϊλίτικης | σοϊλίτικου |
| Αιτιατική | σοϊλίτικο | σοϊλίτικη | σοϊλίτικο |
| Κλητική | σοϊλίτικε | σοϊλίτικη | σοϊλίτικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σοϊλίτικοι | σοϊλίτικες | σοϊλίτικα |
| Γενική | σοϊλίτικων | σοϊλίτικων | σοϊλίτικων |
| Αιτιατική | σοϊλίτικους | σοϊλίτικες | σοϊλίτικα |
| Κλητική | σοϊλίτικοι | σοϊλίτικες | σοϊλίτικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →