σπάθη
•
- οπλισμόςείδος σπαθιού, με καμπύλη ή ευθεία λεπίδα Βικιλεξικό
- αθλητισμόςείδος ξίφους για αντίστοιχο αγώνισμα της ξιφασκίας Βικιλεξικό
- αγώνισμα σπάθης
- Η σπάθη έχει επίπεδη λεπίδα και είναι το πιο γρήγορο από τα τρία όπλα της ξιφασκίας (σπάθη-ξίφος ασκήσεως φλερέ (fleuret)-ξίφος μονομαχίας επέ épée)
- εξάρτημα αργαλειού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπάθη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σπάθη (λάμα σπαθιού)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπάθη | σπάθες |
| Γενική | σπάθης | σπαθών |
| Αιτιατική | σπάθη | σπάθες |
| Κλητική | σπάθη | σπάθες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →