Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπάνιος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που συμβαίνει πολύ λίγες φορές Βικιλεξικό
    • σε μία από τις σπάνιες εκρήξεις του θυμού του τα έσπασε όλα
    • Πρέπει να ξέρετε, ότι δεν κάνω πλέον μουσική για τον κινηματογράφο ή δε μ'ενδιαφέρει πλέον να κάνω. Εκτός σπανίων εξαιρέσεων, που θ' αποφασίσω σαν μια χειρονομία φιλική προς κάποιον που εκτιμώ. (Μάνος Χατζιδάκης, ψηφίδες μνήμης, εκδ. Ίκαρος, 2004, σελ. 134)
    • Στα δεκαεπτά της ήταν απόφοιτος σχολαρχείου. Με τη μόρφωση αυτή, που ήταν σπάνιο εφόδιο για ένα κορίτσι της εποχής, δούλεψε ως οικοδιδασκάλισσα για αρκετά χρόνια στο σπίτι μιας πλούσιας οικογένειας της Μακεδονίας. Ενώ, ταυτόχρονα, μάζευε χρήματα για την προίκα της. (Χάρις Κατάκη, Το ημερολόγιο ενός θεραπευτή, εκδ. Πατάκη, 2014)
  2. που δε βρίσκεται εύκολα, που υπάρχει σε πολύ περιορισμένη ποσότητα Βικιλεξικό
    • αναζητούσε με μανία σπάνια γραμματόσημα

Ετυμολογία

σπάνιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σπάνιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπάνιοςσπάνιασπάνιο
Γενικήσπάνιουσπάνιαςσπάνιου
Αιτιατικήσπάνιοσπάνιασπάνιο
Κλητικήσπάνιεσπάνιασπάνιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπάνιοισπάνιεςσπάνια
Γενικήσπάνιωνσπάνιωνσπάνιων
Αιτιατικήσπάνιουςσπάνιεςσπάνια
Κλητικήσπάνιοισπάνιεςσπάνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →