σπάσιμο
•
- το αποτέλεσμα του σπάω Βικιλεξικό
- ο διαχωρισμός ενός αντικειμένου σε δύο ή περισσότερα κομμάτια με την επενέργεια μιας εξωτερικής δύναμης Βικιλεξικό
- η ρωγμή Βικιλεξικό
- το κάταγμα Βικιλεξικό
- διασπαστική ενέργεια Βικιλεξικό
- το σπάσιμο της απεργίας
- η παραβίαση μιας δέσμευσης Βικιλεξικό
- ενέργεια ή γεγονός που προκαλεί ενόχληση Βικιλεξικό
- μας έκανε μεγάλο σπάσιμο που δεν ήρθε μαζί μας στο πάρτι
- η αποκρυπτογράφηση Βικιλεξικό
- μεταφορικάη συναισθηματική διάλυση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπάσιμο < σπασ- (< έ-σπασ-α, αόριστος του σπάω) + -ιμο
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπάσιμο | σπασίματα |
| Γενική | σπασίματος | σπασιμάτων |
| Αιτιατική | σπάσιμο | σπασίματα |
| Κλητική | σπάσιμο | σπασίματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →