σπέκουλα
•
- η κερδοσκοπία Βικιλεξικό
- προσπάθεια να εκμεταλλευτεί κάποιος μια ευκαιρία, ιδίως στην πολιτική Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπέκουλα < σπεκουλ(άρω) + κατάληξη θηλυκού -α (αναδρομικός σχηματισμός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπέκουλα | σπέκουλες |
| Γενική | σπέκουλας | σπεκουλών |
| Αιτιατική | σπέκουλα | σπέκουλες |
| Κλητική | σπέκουλα | σπέκουλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →