Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπέντζα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φυτόπιπεριά Βικιλεξικό
  2. ιστορίαχρηματικός φόρος που καταβάλλονταν από χριστιανούς και εισπράττονταν από τους σπαχήδες, στα τιμάρια των οποίων εργάζονταν οι χριστιανοί Βικιλεξικό
    • Η σπέντζα ήταν χρηματικός φόρος που εισέπρατταν οι σπαχήδες από τους εγκατεστημένους στα φέουδά τους χριστιανούς χωρικούς και ο οποίος ήταν ανάλογος με την έκταση και την ποιότητα του καλλιεργούμενου εδάφους αλ­λά και την οικογενειακή κατάσταση του φορολογουμένου. (Θεόδωρος Νημάς, «Η οθωμανική απογραφή του 1454/55 σε έντεκα χωριά του Νομού Τρικάλων στα ριζά των Χασίων: πληθυσμός, παραγωγή, ονόματα κατοίκων», Θεσσαλικά Μελετήματα, 8 (2018) 90)

Ετυμολογία

σπέντζα < ιταλική spezie < λατινική species < specio < πρωτοϊταλική *spekjō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *spéḱyeti < *speḱ- (βλέπω + *-yeti

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσπέντζασπέντζες
Γενικήσπέντζαςσπεντζών
Αιτιατικήσπέντζασπέντζες
Κλητικήσπέντζασπέντζες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →