σπέσιαλ
•
- προφορικόο καταπληκτικός Βικιλεξικό
- ειδικός Βικιλεξικό
- Αναζήτησε μια μικρή κρυστάλλινη καράφα με μπλε περιεχόμενο καταχωνιασμένη πίσω από τα σπέσιαλ ουίσκι και πρόσθεσε στο σέικερ διπλή δόση. (Σπύρος Γιαννακόπουλος, Κοσμοναύτης, εκδόσεις Πατάκη, 2023)
- σε ραδιοφωνικές εκπομπέςειδικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπέσιαλ < (άμεσο δάνειο) αγγλική special
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →