σπαθολόγχη
•
- ειδική πλατιά λόγχη με πεπλατυσμένη μορφή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπαθολόγχη < σπάθ(η) + -ο- + λόγχη, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική sword bayonet
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπαθολόγχη | σπαθολόγχες |
| Γενική | σπαθολόγχης | σπαθολογχών |
| Αιτιατική | σπαθολόγχη | σπαθολόγχες |
| Κλητική | σπαθολόγχη | σπαθολόγχες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →