σπαθοφορία
•
- η λαβή του σπαθιού στην σπαθασκία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπαθοφορία < σπαθ(ί) -ο- + -φορία, (μαρτυρείται από το 1891)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπαθοφορία | σπαθοφορίες |
| Γενική | σπαθοφορίας | σπαθοφοριών |
| Αιτιατική | σπαθοφορία | σπαθοφορίες |
| Κλητική | σπαθοφορία | σπαθοφορίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →