σπαθόσεγα
•
- ηλεκτρικό εργαλείο με πριονωτή λάμα για κοπή αντικειμένων από διάφορα υλικά, όπως ξύλο, μέταλλο, πλαστικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπαθόσεγα < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική sabre saw.^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Μορφολογικά αναλύεται σε σπαθ(ί) + -ό- + σέγα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπαθόσεγα | σπαθόσεγες |
| Γενική | σπαθόσεγας | σπαθόσεγων |
| Αιτιατική | σπαθόσεγα | σπαθόσεγες |
| Κλητική | σπαθόσεγα | σπαθόσεγες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →