Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπαμάρω

ρήμα
•
  1. διαδικτυακή αργκόεπιτελώ κάποια πράξη γρήγορα, κατ' επανάληψη και συνήθως απερίσκεπτα Βικιλεξικό
    • Είναι εύκολο να παίζεις τον χαρακτήρα σου, απλά σπαμάρεις και τίποτ' άλλο.
  2. κατ’ επέκτασηστέλνω μηνύματα κατ' αυτόν τον τρόπο, είτε σε ηλεκτρονική αλληλογραφία (ιμέιλ), είτε σε επιγραμμική συνομιλία (ονλάιν τσατ) Βικιλεξικό
    • Σπάμαρε το τσατ μέχρι να βγει ο άντμιν να τον μπλοκάρει απ' το σέρβερ.
  3. διαδικτυακή αργκόείμαι σπάμερ, ενοχλώ άλλους χρήστες διαδικτύου, εν τούτοις όχι πάντοτε επίτηδες και με τρόπο πιο διακριτικό, κατ' αντιδιαστολή προς το τρολ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σπαμάρω < σπαμ + κατάληξη -άρω < (άμεσο δάνειο) αγγλική spam

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσπαμάρωσπαμάρειςσπαμάρεισπαμάρουμεσπαμάρετεσπαμάρουν / σπαμάρουνε
Παρατατικόςσπάμαρασπάμαρεςσπάμαρεσπαμάραμεσπαμάρατεσπάμαραν / σπαμάραν / σπαμάρανε
Μέλλονταςθα σπαμάρωθα σπαμάρειςθα σπαμάρειθα σπαμάρουμεθα σπαμάρετεθα σπαμάρουν / θα σπαμάρουνε
Υποτακτικήνα σπαμάρωνα σπαμάρειςνα σπαμάρεινα σπαμάρουμενα σπαμάρετενα σπαμάρουν / να σπαμάρουνε
Προστακτική—σπαμάρετε——σπαμάρετε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →