σπαμάρω
•
- διαδικτυακή αργκόεπιτελώ κάποια πράξη γρήγορα, κατ' επανάληψη και συνήθως απερίσκεπτα Βικιλεξικό
- Είναι εύκολο να παίζεις τον χαρακτήρα σου, απλά σπαμάρεις και τίποτ' άλλο.
- κατ’ επέκτασηστέλνω μηνύματα κατ' αυτόν τον τρόπο, είτε σε ηλεκτρονική αλληλογραφία (ιμέιλ), είτε σε επιγραμμική συνομιλία (ονλάιν τσατ) Βικιλεξικό
- Σπάμαρε το τσατ μέχρι να βγει ο άντμιν να τον μπλοκάρει απ' το σέρβερ.
- διαδικτυακή αργκόείμαι σπάμερ, ενοχλώ άλλους χρήστες διαδικτύου, εν τούτοις όχι πάντοτε επίτηδες και με τρόπο πιο διακριτικό, κατ' αντιδιαστολή προς το τρολ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπαμάρω < σπαμ + κατάληξη -άρω < (άμεσο δάνειο) αγγλική spam
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σπαμάρω | σπαμάρεις | σπαμάρει | σπαμάρουμε | σπαμάρετε | σπαμάρουν / σπαμάρουνε |
| Παρατατικός | σπάμαρα | σπάμαρες | σπάμαρε | σπαμάραμε | σπαμάρατε | σπάμαραν / σπαμάραν / σπαμάρανε |
| Μέλλοντας | θα σπαμάρω | θα σπαμάρεις | θα σπαμάρει | θα σπαμάρουμε | θα σπαμάρετε | θα σπαμάρουν / θα σπαμάρουνε |
| Υποτακτική | να σπαμάρω | να σπαμάρεις | να σπαμάρει | να σπαμάρουμε | να σπαμάρετε | να σπαμάρουν / να σπαμάρουνε |
| Προστακτική | — | σπαμάρετε | — | — | σπαμάρετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →