σπανακόπιτα
•
- γαστρονομίαπίτα με φύλλο εξωτερικά και γέμιση από σπανάκι Βικιλεξικό
- Πάνω στο μάρμαρο είδα ένα πιάτο σκεπασμένο μ' ασημόχαρτο. Τ' ανασήκωσα. Ήταν σπανακόπιτα με χοντρό φύλλο ξεροψημένο χωριάτικο. (Κωστής Γκιμοσούλης, Ανατολή, Κέδρος, 1998)
Ετυμολογία
σπανακόπιτα < σπανάκ(ι) + -ό- + -πιτα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπανακόπιτα | σπανακόπιτες |
| Γενική | σπανακόπιτας | σπανακοπιτών |
| Αιτιατική | σπανακόπιτα | σπανακόπιτες |
| Κλητική | σπανακόπιτα | σπανακόπιτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →