σπαρίλας
•
- λαϊκότροποχαρακτηρισμός για κάποιον που δεν έχει διάθεση να κάνει κάτι, να ενεργήσει, να κινηθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπαρίλας < σπαρίλα + -ας < σπάρος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπαρίλας | σπαρίλες |
| Γενική | σπαρίλα | σπαρίλων |
| Αιτιατική | σπαρίλα | σπαρίλες |
| Κλητική | σπαρίλα | σπαρίλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →