σπαργανώνω
•
- λόγιοφασκιώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπαργανώνω < αρχαία ελληνική σπαργανόω / σπαργανῶ < σπάργανον
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σπαργανώνω | σπαργανώνεις | σπαργανώνει | σπαργανώνουμε | σπαργανώνετε | σπαργανώνουν / σπαργανώνουνε |
| Παρατατικός | σπαργάνωνα | σπαργάνωνες | σπαργάνωνε | σπαργανώναμε | σπαργανώνατε | σπαργάνωναν / σπαργανώναν / σπαργανώνανε |
| Αόριστος | σπαργάνωσα | σπαργάνωσες | σπαργάνωσε | σπαργανώσαμε | σπαργανώσατε | σπαργάνωσαν / σπαργανώσαν / σπαργανώσανε |
| Μέλλοντας | θα σπαργανώνω / θα σπαργανώσω | θα σπαργανώνεις / θα σπαργανώσεις | θα σπαργανώνει / θα σπαργανώσει | θα σπαργανώνουμε / θα σπαργανώσουμε | θα σπαργανώνετε / θα σπαργανώσετε | θα σπαργανώνουν / θα σπαργανώνουνε / θα σπαργανώσουν / θα σπαργανώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σπαργανώσει | έχεις σπαργανώσει | έχει σπαργανώσει | έχουμε σπαργανώσει | έχετε σπαργανώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σπαργανώσει | είχες σπαργανώσει | είχε σπαργανώσει | είχαμε σπαργανώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σπαργανώσει / να σπαργανώνω / να σπαργανώσω | να έχεις σπαργανώσει / να σπαργανώνεις / να σπαργανώσεις | να έχει σπαργανώσει / να σπαργανώνει / να σπαργανώσει | να έχουμε σπαργανώσει / να σπαργανώνουμε / να σπαργανώσουμε | να έχετε σπαργανώσει / να σπαργανώνετε / να σπαργανώσετε | να σπαργανώνουν / να σπαργανώνουνε / να σπαργανώσουν / να σπαργανώσουνε |
| Προστακτική | — | σπαργάνωνε / σπαργάνωσε | — | — | σπαργανώνετε / σπαργανώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →