σπαρταράω
•
- κυριολεκτικάκινούμαι με σπασμωδικό τρόπο και τινάζομαι από δω κι από κει Βικιλεξικό
- μεταφορικάβιώνω έντονα συναισθήματα (χαράς, φόβου κ.λπ.) και δονούμαι ή πάλλομαι απ' αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπαρταράω < σπαρταρ(ώ) + -άω < αρχαία ελληνική ἀσπαίρω (με επίδραση της λέξης λαχταρώ) < ἀ- + σπαίρω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *spʰer- (τινάζομαι, πηδώ)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σπαρταράω / σπαρταρώ | σπαρταράς | σπαρταρά / σπαρταράει | σπαρταράμε / σπαρταρούμε | σπαρταράτε | σπαρταράν / σπαρταράνε / σπαρταρούν / σπαρταρούνε |
| Παρατατικός | σπαρτάραγα / σπαρταρούσα | σπαρτάραγες / σπαρταρούσες | σπαρτάραγε / σπαρταρούσε | σπαρταράγαμε / σπαρταρούσαμε | σπαρταράγατε / σπαρταρούσατε | σπαρτάραγαν / σπαρταράγανε / σπαρταρούσαν / σπαρταρούσανε |
| Αόριστος | σπαρτάρησα | σπαρτάρησες | σπαρτάρησε | σπαρταρήσαμε | σπαρταρήσατε | σπαρτάρησαν / σπαρταρήσαν |
| Μέλλοντας | θα σπαρταράω / θα σπαρταρήσω / θα σπαρταρώ | θα σπαρταράς / θα σπαρταρήσεις | θα σπαρταρά / θα σπαρταράει / θα σπαρταρήσει | θα σπαρταράμε / θα σπαρταρήσουμε / θα σπαρταρούμε | θα σπαρταράτε / θα σπαρταρήσετε | θα σπαρταράν / θα σπαρταράνε / θα σπαρταρούν / θα σπαρταρούνε |
| Υποτακτική | να σπαρταράω / να σπαρταρήσω / να σπαρταρώ | να σπαρταράς / να σπαρταρήσεις | να σπαρταρά / να σπαρταράει / να σπαρταρήσει | να σπαρταράμε / να σπαρταρήσουμε / να σπαρταρούμε | να σπαρταράτε / να σπαρταρήσετε | να σπαρταράν / να σπαρταράνε / να σπαρταρούν / να σπαρταρούνε |
| Προστακτική | — | σπαρτάρα / σπαρτάραγε / σπαρτάρησε | — | — | σπαρταράτε / σπαρταρήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →