σπασίκλα
•
- θηλυκό του σπασίκλας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπασίκλα < σπασίκλ(ας) + -α
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπασίκλα | σπασίκλες |
| Γενική | σπασίκλας | — |
| Αιτιατική | σπασίκλα | σπασίκλες |
| Κλητική | σπασίκλα | σπασίκλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →