Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπασαρχίδικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χυδαίοεκνευριστικός, ενοχλητικός Βικιλεξικό
    • Έπαιζαν όλων των ειδών τις μουσικές. Από χαζοβιόλικα μέχρι σπασαρχίδικα. Και το κοινό από κάτω βαθμολογούσε. (Μιχάλης Φακίνος, , Η έρημος έρχεται, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
    • κάποτε ο Στάλιν υποχρεώθηκε να πατάει ένα ειδικό κουδούνι στο θεωρείο του, ώστε να κόβονται με το μαχαίρι οι σπασαρχίδικες εκδηλώσεις λατρείας προς το πρόσωπό του και να αρχίσει επιτέλους η παράσταση παρακολουθήσει. (Πέτρος Τατσόπουλος, Ήμουν κι εγώ εκεί, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)
    • «οι πελάτες, είτε καθιστός είσαι είτε όρθιος, το ίδιο σπασαρχίδικο κάθαρμα πιστεύουν πως είσαι, οπότε για όνομα του θεού μείνε στο καροτσάκι σου» (Χάνια Γιαναγκιχάρα, Λίγη ζωή, εκδ. Μεταίχμιο, 2016)

Ετυμολογία

σπασαρχίδικος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπασαρχίδικοςσπασαρχίδικησπασαρχίδικο
Γενικήσπασαρχίδικουσπασαρχίδικηςσπασαρχίδικου
Αιτιατικήσπασαρχίδικοσπασαρχίδικησπασαρχίδικο
Κλητικήσπασαρχίδικεσπασαρχίδικησπασαρχίδικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπασαρχίδικοισπασαρχίδικεςσπασαρχίδικα
Γενικήσπασαρχίδικωνσπασαρχίδικωνσπασαρχίδικων
Αιτιατικήσπασαρχίδικουςσπασαρχίδικεςσπασαρχίδικα
Κλητικήσπασαρχίδικοισπασαρχίδικεςσπασαρχίδικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →