σπασμένος
•
- που έχει σπάσει Βικιλεξικό
- σπασμένο τζάμι
- Σιδερένιος θώρακας (ὕψος προσθίου μέρους ἀπὸ τὸ μέσον τοῦ λαιμοῦ 0,45 μ., μέγ. πλ. 0,38 μ., ἐλ. πλ. 0,33 μ.). Ἦταν σπασμένος, ἰδίως στὸ κάτω μέρος του καὶ στὸ ἐπιρράχιο (ὕψ. 0,55 μ.), καθὼς καὶ σὲ ἄλλα μέρη (Ἀρχαιολογικὰ Ἀνάλεκτα Ἐξ Ἀθήνων, Υπουργείο Τουρισμού και Επιστημών, σελ. 10, 1980)
- πληροφορικήπου έχει παραβιαστεί το κλείδωμα το οποίο αποτρέπει τη χρήση ενός προγράμματος από πρόσωπα που δεν το έχουν αποκτήσει νόμιμα Βικιλεξικό
- Σπασμένα ή πειρατικά είναι τα Windows τα οποία έχουμε ενεργοποιήσει παράνομα με κάποιο πρόγραμμα ή κάποια άλλη παράτυπη μέθοδο
Ετυμολογία
σπασμένος: μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος σπάω / σπάζω
Άλλοι τύποι
σπασμένασπασμένεσπασμένεςσπασμένησπασμένηςσπασμένοσπασμένοισπασμένοςσπασμένουσπασμένουςσπασμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →