σπασμοφιλία
•
- ιατρικήπαθολογική τάση για τη δημιουργία σπασμών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπασμοφιλία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική spasmophilia < αρχαία ελληνική σπασμός + φιλία. Μορφολογικά, σπασμ(ός) + -ο- + -φιλία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπασμοφιλία | σπασμοφιλίες |
| Γενική | σπασμοφιλίας | σπασμοφιλιών |
| Αιτιατική | σπασμοφιλία | σπασμοφιλίες |
| Κλητική | σπασμοφιλία | σπασμοφιλίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →