Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπασμώδης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που εκδηλώνεται με σπασμούς ή συνοδεύεται απ’ αυτούς Βικιλεξικό
  2. που πάσχει από σπασμούς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σπασμώδης < ελληνιστική κοινή σπασμώδης < αρχαία ελληνική σπασμός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπασμώδηςσπασμώδηςσπασμώδες
Γενικήσπασμώδουςσπασμώδουςσπασμώδους
Αιτιατικήσπασμώδησπασμώδησπασμώδες
Κλητικήσπασμώδη / σπασμώδηςσπασμώδηςσπασμώδες

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπασμώδειςσπασμώδειςσπασμώδη
Γενικήσπασμωδώνσπασμωδώνσπασμωδών
Αιτιατικήσπασμώδειςσπασμώδειςσπασμώδη
Κλητικήσπασμώδειςσπασμώδειςσπασμώδη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →