Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπαχής

/spaˈçis/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιστορίατάξη Τούρκων ιππέων πολεμιστής στους οποίους αποδίδονταν τιμάρια Βικιλεξικό
    • Τ' άλογα των σπαχήδων πέφτουν νεκρά στο χώμα πριν φέρουν τους καβαλάρους στη μάχη. (Ανδρέας Καρκαβίτσας Η θυσία [διήγημα])
    • ἐψήφισαν δέ καί βεζίρην ἕνα ζορμπάμπασην ἀπό τό ὀτζάκι των σπαχίδων Ἀλῆ ἀγᾶ, ἔκαμαν καί γενίτζερ ἀγασή ἀπό τό ὀτζάκι των γιανίτζαρων Κιουτζούκ Τζαούσην. (Καισάριος Δαπόντες, Χρονογράφος, σελ. 37 στη Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, επιστασία Κ. Ν. Σάθα, τόμος Γ΄, Βενετία, 1872)

Ετυμολογία

σπαχής < μεσαιωνική ελληνική σπαχής < τουρκική ispahi < περσική سپاه (seˈpɒːh:, στρατός) < μέση περσική spʾh / 𐭮𐭯𐭠𐭧 (spāh) < πρωτοϊρανική *ĉwáHdaH < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱwéh₁-dʰ-o-h₁ < *ḱweh₁- / *ḱewh₁- (φουσκώνω, γίνομαι σπουδαίος)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσπαχήςσπαχήδες
Γενικήσπαχήσπαχήδων
Αιτιατικήσπαχήσπαχήδες
Κλητικήσπαχήσπαχήδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →