σπείραμα
•
- ιατρικήμικρό φίλτρο των νεφρών (χρησιμοποιείται στον πληθυντικό σπειράματα) Βικιλεξικό
- ιατρικήόρος για ενδομήτρια συσκευή αντισύλληψης, κοινά ονομαζόμενη σπιράλ, αναφερόμενη και με τα αρχικά IUD στα αγγλικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπείραμα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπείραμα | σπειράματα |
| Γενική | σπειράματος | σπειραμάτων |
| Αιτιατική | σπείραμα | σπειράματα |
| Κλητική | σπείραμα | σπειράματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →