σπερματικός
•
- βιολογίαπου σχετίζεται με το σπέρμα Βικιλεξικό
- φιλοσοφίαστη στωική φιλοσοφία, οι νόμοι της γένεσης που προέρχονται από τη θεότητα και οδηγούν την ενέργεια της ύλης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπερματικός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σπερματικός < σπέρμα (σπερματ-) + -ικός :* για τη φιλοσοφική έννοια < η ελληνιστική σημασία της λέξης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σπερματικός | σπερματική | σπερματικό |
| Γενική | σπερματικού | σπερματικής | σπερματικού |
| Αιτιατική | σπερματικό | σπερματική | σπερματικό |
| Κλητική | σπερματικέ | σπερματική | σπερματικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σπερματικοί | σπερματικές | σπερματικά |
| Γενική | σπερματικών | σπερματικών | σπερματικών |
| Αιτιατική | σπερματικούς | σπερματικές | σπερματικά |
| Κλητική | σπερματικοί | σπερματικές | σπερματικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →