σπερματοδότης
•
- δότης σπέρματος, που διαθέτει το σπέρμα του, συνήθως σε τράπεζα σπέρματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπερματοδότης < σπερματο- + δότης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπερματοδότης | σπερματοδότες |
| Γενική | σπερματοδότη | σπερματοδοτών |
| Αιτιατική | σπερματοδότη | σπερματοδότες |
| Κλητική | σπερματοδότη | σπερματοδότες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →