σπερματοθήκη
•
- βοτανικήτμήμα φυτού στο οποίο περικλείονται τα σπέρματα Βικιλεξικό
- βιολογίαμέρος του σώματος ζώων (π.χ. θηλυκών εντόμων) στο οποίο φυλάσσεται το σπέρμα του αρσενικού μέχρι να γονιμοποιηθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπερματοθήκη < σπέρματ(ος) + -ο- + -θήκη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπερματοθήκη | σπερματοθήκες |
| Γενική | σπερματοθήκης | σπερματοθηκών |
| Αιτιατική | σπερματοθήκη | σπερματοθήκες |
| Κλητική | σπερματοθήκη | σπερματοθήκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →