Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπερματολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με την σπερματολογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σπερματολογικός < σπερματολογ(ία) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπερματολογικόςσπερματολογικήσπερματολογικό
Γενικήσπερματολογικούσπερματολογικήςσπερματολογικού
Αιτιατικήσπερματολογικόσπερματολογικήσπερματολογικό
Κλητικήσπερματολογικέσπερματολογικήσπερματολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπερματολογικοίσπερματολογικέςσπερματολογικά
Γενικήσπερματολογικώνσπερματολογικώνσπερματολογικών
Αιτιατικήσπερματολογικούςσπερματολογικέςσπερματολογικά
Κλητικήσπερματολογικοίσπερματολογικέςσπερματολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →