σπερματολογικός
•
- σχετικός με την σπερματολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπερματολογικός < σπερματολογ(ία) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σπερματολογικός | σπερματολογική | σπερματολογικό |
| Γενική | σπερματολογικού | σπερματολογικής | σπερματολογικού |
| Αιτιατική | σπερματολογικό | σπερματολογική | σπερματολογικό |
| Κλητική | σπερματολογικέ | σπερματολογική | σπερματολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σπερματολογικοί | σπερματολογικές | σπερματολογικά |
| Γενική | σπερματολογικών | σπερματολογικών | σπερματολογικών |
| Αιτιατική | σπερματολογικούς | σπερματολογικές | σπερματολογικά |
| Κλητική | σπερματολογικοί | σπερματολογικές | σπερματολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →