Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπερματορροϊκός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ιατρικήκάποιος που πάσχει από σπερματόρροια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σπερματορροϊκός < σπερματόρροια + -ικός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσπερματορροϊκή / σπερματορροϊκός / σπερματορροϊκόσπερματορροϊκές / σπερματορροϊκοί / σπερματορροϊκά
Γενικήσπερματορροϊκής / σπερματορροϊκού / σπερματορροϊκούσπερματορροϊκών / σπερματορροϊκών / σπερματορροϊκών
Αιτιατικήσπερματορροϊκή / σπερματορροϊκό / σπερματορροϊκόσπερματορροϊκές / σπερματορροϊκούς / σπερματορροϊκά
Κλητικήσπερματορροϊκή / σπερματορροϊκέ / σπερματορροϊκόσπερματορροϊκές / σπερματορροϊκοί / σπερματορροϊκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

σπερματορροϊκός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με τη σπερματόρροια ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σπερματορροϊκός < σπερματόρροια + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπερματορροϊκόςσπερματορροϊκήσπερματορροϊκό
Γενικήσπερματορροϊκούσπερματορροϊκήςσπερματορροϊκού
Αιτιατικήσπερματορροϊκόσπερματορροϊκήσπερματορροϊκό
Κλητικήσπερματορροϊκέσπερματορροϊκήσπερματορροϊκό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπερματορροϊκοίσπερματορροϊκέςσπερματορροϊκά
Γενικήσπερματορροϊκώνσπερματορροϊκώνσπερματορροϊκών
Αιτιατικήσπερματορροϊκούςσπερματορροϊκέςσπερματορροϊκά
Κλητικήσπερματορροϊκοίσπερματορροϊκέςσπερματορροϊκά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →