Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπετζοφάι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γαστρονομίαείδος πικάντικου φαγητού με λουκάνικα, πιπεριές, ντομάτα κ.ά. υλικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σπετζοφάι < σπέντζα (= πιπεριά) (< ιταλική spezie < λατινικά species) + φαΐ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσπετζοφάισπετζοφάγια
Γενική——
Αιτιατικήσπετζοφάισπετζοφάγια
Κλητικήσπετζοφάισπετζοφάγια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →