σπηλαίωση
•
- νεολογισμόςη σπηλιά, η κοιλότητα σε κάποιο βραχώδες μέρος Βικιλεξικό
- νεολογισμόςη δημιουργία φυσαλίδων ατμού σε κάποιο υγρό που ρέει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπηλαίωση (νεολογισμός) < σπήλαιο + -ωση ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική cavitation)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπηλαίωση | σπηλαιώσεις |
| Γενική | σπηλαίωσης | σπηλαιώσεων |
| Αιτιατική | σπηλαίωση | σπηλαιώσεις |
| Κλητική | σπηλαίωση | σπηλαιώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →