σπηλαιολογικός
•
- που σχετίζεται με την σπηλαιολογία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπηλαιολογικός < γαλλική spéléologique < spéléolog(ie) + -ique
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σπηλαιολογικός | σπηλαιολογική | σπηλαιολογικό |
| Γενική | σπηλαιολογικού | σπηλαιολογικής | σπηλαιολογικού |
| Αιτιατική | σπηλαιολογικό | σπηλαιολογική | σπηλαιολογικό |
| Κλητική | σπηλαιολογικέ | σπηλαιολογική | σπηλαιολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σπηλαιολογικοί | σπηλαιολογικές | σπηλαιολογικά |
| Γενική | σπηλαιολογικών | σπηλαιολογικών | σπηλαιολογικών |
| Αιτιατική | σπηλαιολογικούς | σπηλαιολογικές | σπηλαιολογικά |
| Κλητική | σπηλαιολογικοί | σπηλαιολογικές | σπηλαιολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →