Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπηλαιολογικός

/spi.le.o.lo.ʝiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που σχετίζεται με την σπηλαιολογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σπηλαιολογικός < γαλλική spéléologique < spéléolog(ie) + -ique

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπηλαιολογικόςσπηλαιολογικήσπηλαιολογικό
Γενικήσπηλαιολογικούσπηλαιολογικήςσπηλαιολογικού
Αιτιατικήσπηλαιολογικόσπηλαιολογικήσπηλαιολογικό
Κλητικήσπηλαιολογικέσπηλαιολογικήσπηλαιολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπηλαιολογικοίσπηλαιολογικέςσπηλαιολογικά
Γενικήσπηλαιολογικώνσπηλαιολογικώνσπηλαιολογικών
Αιτιατικήσπηλαιολογικούςσπηλαιολογικέςσπηλαιολογικά
Κλητικήσπηλαιολογικοίσπηλαιολογικέςσπηλαιολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →