Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπιθίζω

/spiˈθi.zo/ρήμα
•
  1. βγάζω σπίθες Βικιλεξικό
  2. για τη φωτιά που μας ευχαριστεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σπιθίζω < *(κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σπιθίζω < (σπινθήρας) σπινθ- + -ίζω με αφομοίωση [nθ > θθ] και απλοποίηση του διπλού συμφώνου [θθ > θ]

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσπιθίζωσπιθίζειςσπιθίζεισπιθίζουμεσπιθίζετεσπιθίζουν / σπιθίζουνε
Παρατατικόςσπίθιζασπίθιζεςσπίθιζεσπιθίζαμεσπιθίζατεσπίθιζαν / σπιθίζαν / σπιθίζανε
Αόριστοςσπίθισασπίθισεςσπίθισεσπιθίσαμεσπιθίσατεσπίθισαν / σπιθίσαν / σπιθίσανε
Μέλλονταςθα σπιθίζω / θα σπιθίσωθα σπιθίζεις / θα σπιθίσειςθα σπιθίζει / θα σπιθίσειθα σπιθίζουμε / θα σπιθίσουμεθα σπιθίζετε / θα σπιθίσετεθα σπιθίζουν / θα σπιθίζουνε / θα σπιθίσουν / θα σπιθίσουνε
Παρακείμενοςέχω σπιθίσειέχεις σπιθίσειέχει σπιθίσειέχουμε σπιθίσειέχετε σπιθίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα σπιθίσειείχες σπιθίσειείχε σπιθίσειείχαμε σπιθίσει——
Υποτακτικήνα έχω σπιθίσει / να σπιθίζω / να σπιθίσωνα έχεις σπιθίσει / να σπιθίζεις / να σπιθίσειςνα έχει σπιθίσει / να σπιθίζει / να σπιθίσεινα έχουμε σπιθίσει / να σπιθίζουμε / να σπιθίσουμενα έχετε σπιθίσει / να σπιθίζετε / να σπιθίσετενα σπιθίζουν / να σπιθίζουνε / να σπιθίσουν / να σπιθίσουνε
Προστακτική—σπίθιζε / σπίθισε——σπιθίζετε / σπιθίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →