Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπικάτο

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μουσικήτεχνική που εφαρμόζεται στις χορδές ενός έγχορδου οργάνου με ένα δοξάρι, ώστε η κάθε νότα να ακούγεται διαφορετικά Βικιλεξικό
    • Κάθε όργανο υπάγεται υποχρεωτικά σε ορισμένες κατηγορίες (π.χ. πνευστά, έγχορδα, κρουστά), και χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένα στοιχεία και ιδιότητες, όπως η τονική του έκταση, το ηχόχρωμά του, οι εκφραστικές του δυνατότητες καθώς και συγκεκριμένες τεχνικές εκτέλεσης που είναι διαφορετικές και χαρακτηριστικές για κάθε όργανο (π.χ. σπικάτο (spiccato) και πιτσικάτο (pizzicato) στα έγχορδα, με σορντίνα (sordina) στην τρομπέτα, και με αρμονικές στην άρπα). (Ενοργάνωση, notanota.gr, ανακτήθηκε στις 14/12/2024 https://web.archive.org/web/20240618184716/https://notanota.gr/%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%81%CE%B3%CE%AC%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7/)

Ετυμολογία

σπικάτο < ιταλική spiccato < spiccare (ξεκολλώ)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →