σπιλιάδα
•
- το ξαφνικό και παροδικό ρεύμα αέρα, απότομη ριπή ανέμου (φαίνεται στην θάλασσα από την αλλαγή του χρώματος και της υφής του νερού) Βικιλεξικό
- ανάλαφρες σπιλιάδες περνούν κάτω από τον ανήμπορο ήλιο (Γιώργος Σεφέρης)
- μικρή πνοή κι άλλη πνοή, σπιλιάδα καθώς αφήνεις το βιβλίο (Γιώργος Σεφέρης)
Ετυμολογία
σπιλιάδα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή σπιλάς, αιτιατική ενικού: «τήν σπιλάδα». Η γραφή «-ιά-» οφείλεται από την παρετυμολόγηση της με την λέξη «σπηλιά». Περισσότερα στο λήμμα σπιλάδα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπιλιάδα | σπιλιάδες |
| Γενική | σπιλιάδας | σπιλιάδων |
| Αιτιατική | σπιλιάδα | σπιλιάδες |
| Κλητική | σπιλιάδα | σπιλιάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →