Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπινθηρίζω

ρήμα
•
  1. βγάζω σπίθες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σπινθηρίζω < ελληνιστική κοινή σπινθηρίζω < αρχαία ελληνική σπινθήρ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσπινθηρίζωσπινθηρίζειςσπινθηρίζεισπινθηρίζουμεσπινθηρίζετεσπινθηρίζουν / σπινθηρίζουνε
Παρατατικόςσπινθήριζασπινθήριζεςσπινθήριζεσπινθηρίζαμεσπινθηρίζατεσπινθήριζαν / σπινθηρίζαν / σπινθηρίζανε
Αόριστοςσπινθήρισασπινθήρισεςσπινθήρισεσπινθηρίσαμεσπινθηρίσατεσπινθήρισαν / σπινθηρίσαν / σπινθηρίσανε
Μέλλονταςθα σπινθηρίζω / θα σπινθηρίσωθα σπινθηρίζεις / θα σπινθηρίσειςθα σπινθηρίζει / θα σπινθηρίσειθα σπινθηρίζουμε / θα σπινθηρίσουμεθα σπινθηρίζετε / θα σπινθηρίσετεθα σπινθηρίζουν / θα σπινθηρίζουνε / θα σπινθηρίσουν / θα σπινθηρίσουνε
Παρακείμενοςέχω σπινθηρίσειέχεις σπινθηρίσειέχει σπινθηρίσειέχουμε σπινθηρίσειέχετε σπινθηρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα σπινθηρίσειείχες σπινθηρίσειείχε σπινθηρίσειείχαμε σπινθηρίσει——
Υποτακτικήνα έχω σπινθηρίσει / να σπινθηρίζω / να σπινθηρίσωνα έχεις σπινθηρίσει / να σπινθηρίζεις / να σπινθηρίσειςνα έχει σπινθηρίσει / να σπινθηρίζει / να σπινθηρίσεινα έχουμε σπινθηρίσει / να σπινθηρίζουμε / να σπινθηρίσουμενα έχετε σπινθηρίσει / να σπινθηρίζετε / να σπινθηρίσετενα σπινθηρίζουν / να σπινθηρίζουνε / να σπινθηρίσουν / να σπινθηρίσουνε
Προστακτική—σπινθήριζε / σπινθήρισε——σπινθηρίζετε / σπινθηρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →