σπινθηροβολώ
•
- κυριολεκτικάείμαι σπινθηροβόλος Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάείμαι σπινθηροβόλος Βικιλεξικό
- μεταφορικάείμαι σπινθηροβόλος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπινθηροβολώ < ελληνιστική κοινή σπινθηροβολέω / σπινθηροβολῶ < σπινθηροβόλος < αρχαία ελληνική σπινθήρ + βάλλω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική étinceler)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σπινθηροβολώ | σπινθηροβολείς | σπινθηροβολεί | σπινθηροβολούμε | σπινθηροβολείτε | σπινθηροβολούν / σπινθηροβολούνε |
| Παρατατικός | σπινθηροβολούσα | σπινθηροβολούσες | σπινθηροβολούσε | σπινθηροβολούσαμε | σπινθηροβολούσατε | σπινθηροβολούσαν / σπινθηροβολούσανε |
| Αόριστος | σπινθηροβόλησα | σπινθηροβόλησες | σπινθηροβόλησε | σπινθηροβολήσαμε | σπινθηροβολήσατε | σπινθηροβολήσαν / σπινθηροβολήσανε / σπινθηροβόλησαν |
| Μέλλοντας | θα σπινθηροβολήσω / θα σπινθηροβολώ | θα σπινθηροβολήσεις / θα σπινθηροβολείς | θα σπινθηροβολήσει / θα σπινθηροβολεί | θα σπινθηροβολήσουμε / θα σπινθηροβολούμε | θα σπινθηροβολήσετε / θα σπινθηροβολείτε | θα σπινθηροβολήσουν / θα σπινθηροβολήσουνε / θα σπινθηροβολούν / θα σπινθηροβολούνε |
| Παρακείμενος | έχω σπινθηροβολήσει | έχεις σπινθηροβολήσει | έχει σπινθηροβολήσει | έχουμε σπινθηροβολήσει | έχετε σπινθηροβολήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σπινθηροβολήσει | είχες σπινθηροβολήσει | είχε σπινθηροβολήσει | είχαμε σπινθηροβολήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σπινθηροβολήσει / να σπινθηροβολήσω / να σπινθηροβολώ | να έχεις σπινθηροβολήσει / να σπινθηροβολήσεις / να σπινθηροβολείς | να έχει σπινθηροβολήσει / να σπινθηροβολήσει / να σπινθηροβολεί | να έχουμε σπινθηροβολήσει / να σπινθηροβολήσουμε / να σπινθηροβολούμε | να έχετε σπινθηροβολήσει / να σπινθηροβολήσετε / να σπινθηροβολείτε | να σπινθηροβολήσουν / να σπινθηροβολήσουνε / να σπινθηροβολούν / να σπινθηροβολούνε |
| Προστακτική | — | σπινθηροβόλει / σπινθηροβόλησε | — | — | σπινθηροβολήστε / σπινθηροβολείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →