Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπινθηρογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με σπινθηρογραφία ή σπινθηρογράφημα ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σπινθηρογραφικός < σπινθηρογραφία + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική scintigraphic)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπινθηρογραφικόςσπινθηρογραφικήσπινθηρογραφικό
Γενικήσπινθηρογραφικούσπινθηρογραφικήςσπινθηρογραφικού
Αιτιατικήσπινθηρογραφικόσπινθηρογραφικήσπινθηρογραφικό
Κλητικήσπινθηρογραφικέσπινθηρογραφικήσπινθηρογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπινθηρογραφικοίσπινθηρογραφικέςσπινθηρογραφικά
Γενικήσπινθηρογραφικώνσπινθηρογραφικώνσπινθηρογραφικών
Αιτιατικήσπινθηρογραφικούςσπινθηρογραφικέςσπινθηρογραφικά
Κλητικήσπινθηρογραφικοίσπινθηρογραφικέςσπινθηρογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →