σπινιάρω
•
- για τροχούς αυτοκινήτουπεριστρέφομαι επάνω στο ίδιο σημείο και το όχημα δεν μετακινείται Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηοδηγώ όχημα με τρόπο που οι τροχοί να σπινιάρουν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπινιάρω < → λείπει η ετυμολογία
Άλλοι τύποι
σπινάρω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →