σπινορικός
•
- γεωμετρίαπου αφορά τον σπίνορα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπινορικός < σπίνορ(ας) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σπινορικός | σπινορική | σπινορικό |
| Γενική | σπινορικού | σπινορικής | σπινορικού |
| Αιτιατική | σπινορικό | σπινορική | σπινορικό |
| Κλητική | σπινορικέ | σπινορική | σπινορικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σπινορικοί | σπινορικές | σπινορικά |
| Γενική | σπινορικών | σπινορικών | σπινορικών |
| Αιτιατική | σπινορικούς | σπινορικές | σπινορικά |
| Κλητική | σπινορικοί | σπινορικές | σπινορικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →