Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπιούνικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με σπιούνο ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σπιούνικος < σπιούνος + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπιούνικοςσπιούνικησπιούνικο
Γενικήσπιούνικουσπιούνικηςσπιούνικου
Αιτιατικήσπιούνικοσπιούνικησπιούνικο
Κλητικήσπιούνικεσπιούνικησπιούνικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπιούνικοισπιούνικεςσπιούνικα
Γενικήσπιούνικωνσπιούνικωνσπιούνικων
Αιτιατικήσπιούνικουςσπιούνικεςσπιούνικα
Κλητικήσπιούνικοισπιούνικεςσπιούνικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →