σπιράλ
•
- αντικείμενα που είναι παρόμοια με ελικοειδή σωλήνα Βικιλεξικό
- τετράδιο που οι σελίδες του συνδέονται με ένα ελικοειδές σύρμα ή πλαστικό Βικιλεξικό
- ιατρικήσυσκευή σχήματος τ, κατασκευασμένο από χαλκό ή πλαστικό που τοποθετείται στην κοιλότητα της μήτρας για να πετύχει η αντισύλληψη Βικιλεξικό
- ειδικό εντομοαπωθητικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπιράλ < γαλλική spiral < μεσαιωνική λατινική spiralis < λατινική spira < αρχαία ελληνική σπεῖρα (αντιδάνειο)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →