Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σπιριτουαλιστικός

/spi.ɾi.tu.a.li.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. φιλοσοφίαο σχετικός με τον σπιριτουαλισμό ή τους σπιριτουαλιστές Βικιλεξικό
    • Η μητριαρχία ως χειραφέτηση υπήρξε εφιάλτης για τους Γερμανούς εθνικοσοσιαλιστές, που την παρέκαμψαν μέσω της λατρείας της μητρότητας. Στη δεκαετία του ’70, στις ΗΠΑ και τη Γερμανία, αναπτύσσεται ο «σπιριτουαλιστικός φεμινισμός» με οικολογικές ανησυχίες, ρεύμα που, την επόμενη δεκαετία, μετεξελίχθηκε σε ένα είδος «θρησκείας της γυναίκας».
    • Βαδίζοντας σε μια σπιριτουαλιστική κατεύθυνση, όπου η ποιητική του υψηλού ταυτίζεται με τον ιδεαλισμό, ο ζωγράφος επιχειρεί με ρεαλιστικά μέσα και εμμονή στη λεπτομέρεια, να αποτυπώσει οπτικά το μη ρεαλιστικό.
    • Από την αρχή της καλλιτεχνικής του σταδιοδρομίας διαμόρφωσε ένα προσωπικό ύφος το οποίο χαρακτηρίζεται από μία ιδιόμορφη σπιριτουαλιστική διάθεση, η οποία τείνει να εξαϋλώσει τα πάντα προσδίδοντας του χαρακτήρα οπτασίας.

Ετυμολογία

σπιριτουαλιστικός < σπιριτουαλισ(μός) ή σπιριτουαλισ(τής) + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπιριτουαλιστικόςσπιριτουαλιστικήσπιριτουαλιστικό
Γενικήσπιριτουαλιστικούσπιριτουαλιστικήςσπιριτουαλιστικού
Αιτιατικήσπιριτουαλιστικόσπιριτουαλιστικήσπιριτουαλιστικό
Κλητικήσπιριτουαλιστικέσπιριτουαλιστικήσπιριτουαλιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσπιριτουαλιστικοίσπιριτουαλιστικέςσπιριτουαλιστικά
Γενικήσπιριτουαλιστικώνσπιριτουαλιστικώνσπιριτουαλιστικών
Αιτιατικήσπιριτουαλιστικούςσπιριτουαλιστικέςσπιριτουαλιστικά
Κλητικήσπιριτουαλιστικοίσπιριτουαλιστικέςσπιριτουαλιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →