σπιρτάδα
•
- η έντονη γεύση ή οσμή ποτού με μεγάλη περιεκτικότητα σε οινόπνευμα Βικιλεξικό
- η ευφυΐα ενός ανθρώπου που εκδηλώνεται με εντυπωσιακό τρόπο στη λύση προβλημάτων, στη διαπραγμάτευση ενός ζητήματος, σε διάλογο κλπ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σπιρτάδα < σπίρτο («οινόπνευμα»)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σπιρτάδα | σπιρτάδες |
| Γενική | σπιρτάδας | σπιρτάδων |
| Αιτιατική | σπιρτάδα | σπιρτάδες |
| Κλητική | σπιρτάδα | σπιρτάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →